Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

ΤΟ ΑΝΤΙΠΟΛΟ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ



Δεν μπορείς μόνος σου
Να αποζητάς την ετερότητα, κι ας αναστατώνει τον σολιψισμό του εγχειρήματος σου
Να αναζητάς την αποπεράτωση στο έτερο στοιχείο που σε εξαλείφει, διασώζοντάς σε στον κόμβο μιας ανώτερης τάξης
Έτσι συμβαίνει η καινοφανής Δημιουργία…

Επικρατεί αφελώς η κοινοτοπία ότι ο Κόσμος ερείδεται ή αποτείνεται στη Μονάδα. Πνευματικοί και επιστημολογικοί κύκλοι θεωρούν ότι κοινός παρανομαστής όλων των φαινομένων είναι ταυτολογικά η ίδια τους η μοναδιαία οντότητα, δηλαδή η ενιαία συγκρότηση του εκάστοτε σώματος αλλά και των σωματιδίων που το συναποτελούν. Παρόλο που η αναγωγική ανάλυση του σώματος μπορεί να το διαιρεί σε μια πληθώρα πραγματικών ή υποθετικών σωματιδίων, παραμένει αδιαφιλονίκητος ο κοινός παρανομαστής της μονάδας: πάντοτε αναφερόμαστε σε ένα σώμα, ένα σωματίδιο, μια κυματομορφή, κοκ. Έτσι, ως μια απώτερη γενίκευση ισχυριζόμαστε ότι ο Κόσμος είναι ένας, ακόμη κι αν αυτός περιλαμβάνει τις μυριάδες παράλληλες διαστάσεις των πιθανοκρατικών εκπτύξεων, όπως εικάζει μια μερίδα σκληροπυρηνικών θετικιστών με αφορμή τα ρασιοναλιστικά αδιέξοδα που έχει εισάγει η Κβαντική Φυσική. Ωστόσο, αυτή η γενίκευση αλλά και όλες οι επιμέρους ειδικεύσεις, δια των οποίων καταλήγουμε στο είτε νατουραλιστικό είτε σωτηριολογικό συμπέρασμα ότι η μονάδα κυριαρχεί, αποτελούν μια επιπολαιότητα της ταυτολογικής συνείδησης, η οποία αναπαύεται σε γρήγορες ενοποιήσεις που παραγνωρίζουν την εγγενώς αναπόδραστη σχάση της σύνολης πραγματικότητας.
Από τον φυσικό επιστήμονα, που μέσα από τις εξισώσεις του πυρετωδώς αναζητάει μια ενοποιημένη θεώρηση του Σύμπαντος, μέχρι τον διαλογιστή, που καθημερινά αποσύρεται για να αποσοβήσει την υποκειμενική του ετερότητα στην ιδεατή μονάδα της Σαμάντι, βλέπουμε να επαναλαμβάνεται η ίδια αφέλεια της θεώρησης του ενός Κόσμου. Όμως αν όντως έτσι ήταν η πραγματικότητα· αν όντως ο Κόσμος ήταν προϊόν ενός και μοναδικού υπερβατικού θεμελίου ή έστω ήταν στην εμμένεια του ένα, τρόπον τινά, αμοιβαδοειδές μάγμα που υποπίπτει στις διαφοριστικές συνθήκες μιας παραπλανητικής πολυμέρειας, τότε δε θα υπήρχε κανένα ενδιαφέρον στον σολιψιστικό μονόλογο της ετερότητας που προφανώς έχουμε μπροστά μας… Δεδομένου ότι ο διάλογος των παράταιρων φαινομένων θα αποτελούσε τον διασκελισμό απλώς ενός μονολόγου που σολιψιστικά ασκεί ο ένας και μοναδικός Κόσμος, δε θα υπήρχε τίποτε το ερωτικό στην οντολογία, δε θα υπήρχε τίποτε στο μυστήριο των γεγονότων για να μας εξιτάρει, παρά μια προβλέψιμη εγγαστριμυθία μεταξύ του Θεού και της μαριονέττας του. Για όσους γνωρίζουν το πώς να παρατηρούν τη Φύση και όσου ξέρουν να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να δουν με ακόμη καλύτερη διαύγεια τη μηχανική της πραγματικότητας, δεν είναι αυτή η ετερότητα από την οποία γεννιούνται τα φαινόμενα της ύπαρξης· αυτή θα ήταν μια παρωδία…
Κάποιοι θα εξακολουθούσαν να αντιλέγουν ότι η ετερότητα συναπαρτίζεται ακριβώς από αυτό το διάλογο μεταξύ του υπερβατικού Θεού και της εγκόσμιας μαριονέττας του, τον Κόσμο. Όποιος θα ισχυριζόταν όμως κάτι τέτοιο θα έδειχνε πόσο λίγο γνωρίζει την έννοια της πραγματικής και πανταχόθεν υπαρκτής ετερότητας. Δεν πρόκειται για ένα αντίπολο αμιγώς ενεργητικού/παθητικού χαρακτήρα, όπως παριστάνει η μεταφορά του Θεού με τη μαριονέττα, αλλά για μια εναντιοδρομία μεταξύ δυο ισοδύναμων και επουδενί αξιακά διακριτών συντελεστών που στην μετωπική τους σύγκρουση αφρίζει ο καλπασμός της Δημιουργίας, σε όλες τις δυνατές κλίμακες της Φύσης.
Το αντίπολο αυτό συνίσταται από το θεμέλιο και τον θόλο της Δημιουργίας –δυο εντελώς διαφορετικές άκρες, όσο ριζοσπαστικά παράταιρα είναι εν συγκρίσει το άπειρο και πεπερασμένο. Στο θεμέλιο συγκαταλέγουμε όλες τις χθόνιες ή γεώδεις ιδιότητες του πεπερασμένου χώρου, όπως είναι η ενδεχομενικότητα, η τυχαιότητα, το χάος· εν ολίγοις, η πρωτόλεια αδάμαστη ισχύς του γίγνεσθαι. Με όρους ψυχολογικούς, το θεμέλιο εμφορείται από την πρωτογενή λιβιδινική ώση του επιθυμητικού σε όλες τις πιθανές της εκφάνσεις (που φυσικά δεν περιορίζονται στη σεξουαλικότητα), την τεράστια αυτή ιπποδύναμη του όντος, της οποίας ο εξιλασμός μπορεί να γεννήσει θαύματα.
Στον δε θόλο της Δημιουργίας συγκαταλέγουμε όλες τις κοσμικές ή επουράνιες ιδιότητες του άπειρου χώρου, όπως είναι η μαθηματική τάξη, ο λόγος, η αρχή γεωμετρικής οργάνωσης και άρα η εν δυνάμει συνεκτικότητα, όπως επίσης και οι παράξενοι ελκυστές (strange attractors) από τους οποίους, όπως μας ενημερώνει η Θεωρία του Χάους, σμιλεύονται τα ενδεχομενικά γεγονότα. Με όρους ψυχολογικούς, ο θόλος αποτελεί την έλλογη οργάνωση και οικονομία της λιβιδινικής ενέργειας προς όφελος συγκεκριμένων γενεσιουργών τάσεων.
Ανάμεσα σε αυτό το δίπολο είναι που επισυμβαίνει η τριβή της καινοφάνειας και η επικείμενη συσσώρευση των υφιστάμενων δεδομένων εκ των οποίων στερεώνεται ο ρευστός ένυλος κόσμος. Σε κάθε επιμέρους συμβάν διακρίνεται αυτή η πρωτογενής αμφιρρέπεια που καθιστά ο αντίλογος ή ο διάλογος (εξαρτάται πως θα το δεις) μεταξύ δυο ορμών που έχουν τον δικό τους ανεξάρτητο ειρμό, ο οποίος παραμένει τέτοιος ακόμη κι όταν η συνουσία δίνει την εντύπωση μιας φαινομενικής μονάδας. Όμως αν αναλύσουμε την ίδια αυτή μονάδα θα διαπιστώσουμε ότι το υφάδι της συναποτελείται από σκέτη ετερότητα, δηλαδή την εναντιοδρομία μεταξύ της μοναδιαίας περάτωσης που αυθαιρέτως εγκλείει σε μια περατότητα τις άπειρες υπομονάδες και τις υπομονάδες που επίσης αυθαιρέτως υποδιαιρούν επ’ άπειρον τη μονάδα, υπονομεύοντας έτσι τον μοναδιαίο φενακισμό.
Αλλά ας δούμε με ποιον τρόπο συνυφαίνεται η πρωτογενής ριζοσπαστική ετερότητα στον φαινομενικά ενιαίο κόσμο: Η συνύφανση αυτή διεξάγεται σε όλες τις κλίμακες της πραγματικότητας, ξεκινώντας από τον κβαντικό μικρόκοσμο, όπου το παίγνιο της ετερότητας έγκειται, όπως πορίζουν οι σύγχρονοι φυσικοί, στο διάλογο μεταξύ συνεκτικών μοτίβων διήχησης των κυματομορφών και ασυνεκτικής αταξίας των κρυσταλλωμένων σωματιδίων εξαιτίας της οποίας η πιθανοκρατική κυματομορφή καταρρέει στα πάγια αντικείμενα του φαινομενικού κόσμου. Η επέκταση και παράταση των συνεκτικών μοτίβων είναι σπάνια και απαιτεί μια ιδιάζουσα προσαρμογή της συνειδητότητας ώστε να γητευτεί η ιρασιοναλιστική ιδιότητα των παράξενων κβαντικών γεγονότων στις ευρύτερες χωροχρονικές επικράτειες του κοινού μακροσκοπικού βιώματος. Εν πάση περιπτώσει, εκείνο στο οποίο αρμόζει να εστιάσουμε περιεκτικά προς χάριν της σύνολης σκιαγράφησης της ετερότητας, είναι ότι από το μάγμα της «κβαντικής σούπας» των ασύλληπτων κυματοειδών γεγονότων ανακύπτει και αφανίζεται η φαινομενική κρυστάλλωση του σωματιδίου. Στην αντισφαίριση αυτήν βλέπουμε το πώς το πραγματικό αναδύεται ως πάγιο μέσα από το πιθανοκρατικό φαντασιακό ώστε να απορροφηθεί και τανάπαλιν. Ο διάλογος αυτός, όντας ο πιο στοιχειώδης στη Φύση, είναι αυτός που διενεργεί τη δυνατότητα ανάβασης από τον μικρόκοσμο ρηξιγενών εξωλογικών γεγονότων σε μακροσκοπικές συνεστιάσεις του αντικειμενικού κόσμου (σε απτά γεγονότα της ζωής μας) και, αντιστρόφως, τη δυνατότητα αποκρυστάλλωσης μιας προβλέψιμης ρουτίνας του πραγματικού που μας περιφρουρεί από τις χαοτικές ώσεις ασύμβατων πιθανοτήτων. Όπως είναι φανερό, το θεμέλιο δρα ως η πιθανοκρατική μήτρα της κβαντικής παραδοξότητας και ο θόλος δρα ως η επιβολή του πλαισίου γραμμομοριακής ενορχήστρωσης του πιθανοκρατικού εντός μιας προβλέψιμης τάξης. Κοντολογίς, το θεμέλιο αποτελεί την κυματομορφή και ο θόλος το σωματίδιο  -η υπέρθεση επί αυτής της παραδοξότητας είναι που καθιστά την απόρροια του γίγνεσθαι στις αισθήσεις μας.
Στη βιοχημική κλίμακα, η οργανική ύλη οργανώνεται μέσα από την εναντιοδρομία της εντροπίας και του μεταβολισμού. Στην πρώτη, ο οργανισμός συνεχώς υποκύπτει στις αντιξοότητες του χρόνου και στο βάρος της συσσωρευμένης του διάρκειας αποκεντρώνοντας τα σωματίδια του οργανισμού σε χαοτικές παρατάξεις, επιβεβαιώνοντας την αρχή του θεμελίου, ενώ ταυτοχρόνως η αντίστροφη διαδικασία του μεταβολισμού ανανεώνει συνεχώς τα κύτταρα μέσα από την επεξεργασία των θρεπτικών στοιχείων που εκτός του ότι συντηρούν τον οργανισμό, δια της σωστής διατροφής, δύνανται και να παρατείνουν την έμβια τάξη του ανά το χρόνο, επιβεβαιώνοντας την αρχή του θόλου.
Στην ψυχοβιολογική κλίμακα, το υποκείμενο βρίσκεται μες στην τύρβη που δημιουργεί η αντιπαράθεση του μη-γραμμικού ασυνειδήτου των τυχαίων λογάριθμων και της συνειδητής βούλησης που πασχίζει να ανασύρει μια συγκεκριμένη άλγεβρα δράσης. Ή, θα μπορούσε κάλλιστα με ψυχαναλυτικούς όρους να ειπωθεί ότι η εναντιοδρομία συνίσταται στην αντιπαράθεση της λίμπιντο και του ενστίκτου αυτοκαταστροφής (Έρως και Θάνατος). Σε αμφότερες τις περιπτώσεις βλέπουμε τη συγκρότηση του υποκειμένου ως μια επιθυμητική αναρρίχηση στη αντίρροπη πτώση προς το χάος και την επικείμενη αποδιαφοροποίηση του. Εδώ η συνειδητή βούληση και η λιβιδινική εκδίπλωση αποτελούν μέρος του θόλου ενώ το ασυνείδητο και το ένστικτο θανάτου μέρος του θεμελίου.
Στην συλλογική κλίμακα, έχουμε τη διακύμανση που καθιστά το αντίπολο μεταξύ εκκοινωνισμού και κοινωνικοποίησης. Στην πρώτη περίπτωση, το συλλογικό οργανώνεται κατ’ επιβολή της ηθικής, του νόμου και της δημόσιας τάξης ενώ στην δεύτερη περίπτωση, το συλλογικό εκφύεται απροσχεδίαστα μέσα από τις αυθόρμητες επιθυμητικές παραδρομές των ατόμων εκ των οποίων δύναται να αναπροσδιοριστεί ο γνώμονας του προαναφερόμενου κοινωνικού σχεδιασμού. Ο εκκοινωνισμός αποτελεί ένδειξη του θόλου ενώ η κοινωνικοποίηση του θεμελίου.
Στην οικουμενική κλίμακα, βλέπουμε την κοινωνία της παγκοσμιοποίησης να διίσταται ανάμεσα στη νοοσφαιρική ομοιόσταση που προκύπτει μέσα από την πυκνή διασυνδετικότητα των σύγχρονων τεχνολογικών μέσων και τις ραγδαίες οπισθοδρομικές ανατροπές που προκύπτουν ως φυσική αντίδραση κάποιων εντροπικών παραγόντων απέναντι στην αναπόδραστη δεινότητα της οικουμενικής σύμφυσης. Η αναδυόμενη νοόσφαιρα με την οποία προοδευτικά θα συναχθεί η ενιαία παγκόσμια τεχνητή νοημοσύνη είναι ένα σημείο αυθόρμητης οργάνωσης μιας φυσικής ομοσπονδίας που φέρει τα συνεκτικά μοτίβα του θόλου. Εν αντιθέσει, όλες οι εξτρεμιστικές τάσεις που φοβικά αντιπαρέρχονται τη φρενιτιώδη και εν πολλοίς ψυχραντική εξέλιξη προς τη Singularity, αποτελούν έκφραση των ακαταδάμαστων υπολειμμάτων του πρωτόλειου θεμελίου.
Τέλος, στην κοσμική κλίμακα, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι οι νοήμονες πολιτισμοί των έμβιων πλανητών αντιπαρέρχονται, μέσα από την τεχνογνωσιακή τους εξέλιξη, την εντροπία του ίδιου του φυσικού Σύμπαντος, προβιβάζοντας τη συνειδητότητα σε ανώτερους, ευρύτερους κόσμους, εγγύτερα στη φαντασιακή ελευθερία κι εν συνεχεία διηχούν το διαστρικό μοτίβο μιας ενεργειακής συνεκτικότητας που συγκαλεί ως ψυχογλυφική σφραγίδα την ανέλιξη των συναφών αστροβιολογικών συμπαρατάξεων. Η ανέλιξη αυτή είναι η ύστατη έκφραση της γεωμετρικής τελειότητας του θόλου επί του τεχνογνωσιακού γίγνεσθαι που ως θεμέλιο αποπειράται να εντυπώσει τα μοτίβα της συνεκτικότητας στις διεργασίες του.                                      
Όντως, όπου κι αν κοιτάξουμε, οποιαδήποτε γνωσιακή επικράτεια κι αν μελετήσουμε, θα βρούμε ξανά και ξανά τους μαιάνδρους της ενδεχομενικής ανίχνευσης κάποιων συνεκτικών μοτίβων οργάνωσης που εντυπώνουν στην ύλη ιδεατές δομές συντήρησης και ανέλκυσης του βιώματος προς καινοφανείς διαστάσεις του διαδικαστικού γίγνεσθαι. Εν προκειμένω, οι τρέχουσες διεργασίες του υλικού γίγνεσθαι, σε όλες τις κλίμακες, κυμαίνονται αναδυόμενες προς τα κατερχόμενα άυλα μοτίβα γεωμετρικής διήχησης. Στην εντέλειά της αυτή η πολωτική σύμπτυξη διαμορφώνει τον τέλειο κόσμο μιας τέλεια συγχρονισμένης συνεκτικότητας, εντός της οποίας ενυπάρχει η απόλυτη αρμονία ανά μεταξύ των δεδομένων του. Μήπως αυτός δεν είναι ο ανθρώπινος οργανισμός, έτσι όπως έχει κατακτηθεί από την βιολογική εξέλιξη ανά τις χιλιετηρίδες; Μήπως αυτή δεν είναι η κοσμική τάξη που επικρατεί στο Σύμπαν μέσα από την τέλεια χορογραφία των περιοδικών στοιχείων και των λοιπών χημικών ενώσεων; Μήπως αυτό δεν επιβεβαίωσαν προοδευτικά οι ίδιοι οι φυσικοί νόμοι καθώς στερεώθηκαν σε σταθερές του γίγνεσθαι; Και μήπως τελικά, κάπως έτσι δε θα δικαιωθεί η ουτοπική ενόραση μιας τέλειας κοινωνίας στο απώτερο μέλλον ή η συναρμογή του γήινου πολιτισμού σε μια γαλαξιακού τύπου ομοσπονδία που θα διασφαλίσει την ανέλκυσή του σε μια ανώτερη διαδικαστική τάξη; Εάν ο χρόνος είναι η διανυσματική γονιμότητα του θεμελίου που στην πάροδό του εξιστορεί την προετοιμασία ανάληψης των δεδομένων του από την επιβεβλημένη ενορχήστρωση του θόλου, τι μας αποτρέπει από το να τεκμηριώσουμε την καθολική απόβαση του ανθρώπου στην τοπογραφία μιας εξαιρετικά συνεκτικής και πολύπλοκης γεωμετρίας διηχήσεων που θα διασφαλίσει το βίωμά του στην ποιότητα μιας ανώτερης τάξης;
Είναι αναντίρρητο γεγονός ότι η πρωτογενής ετερότητα της Δημιουργίας συσπειρώνει προοδευτικά νησίδες συνεκτικής συνεστίασης δεδομένων, σε όλες τις κλίμακες και τις διαστάσεις του Κόσμου. Με την προοδευτική αυτή συσπείρωση των επαυξημένων μορφωμάτων συνεκτικότητας καταλαμβάνονται ολοένα και ευρύτερες αλλά και πυκνότερες χωρικές και διανυσματικές επικράτειες του χρόνου, προσεγγίζοντας την πρυτανεύουσα κορωνίδα του διαγαλαξιακού επιπέδου, όπου η νοημοσύνη, στο πέρας των δισεκατομμυρίων ετών, εκμαιεύει από το υπερπέραν τη διαδικαστική συνοχή ενός παράξενου ελκυστή. Τελικά, αυτός ο παράξενος ελκυστής, ως μια απώτερη γκραβούρα του υπερπέραντος, δεν είναι παρά η μακροκοσμική εκμαίευση της μικρομοριακής κβαντικής συνεκτικότητας, από την οποία εξαρτώνται όλα τα ιρασιοναλιστικά γεγονότα, όπως πολύ χαρακτηριστικά είναι η α-τοπική τηλεπάθεια των διαστρικών πολιτισμών ή η α-χρονική αναγνώριση της οπίσθιας αιτιότητας των μελλοντικών γεγονότων προς το παρελθόν στην αρένα του πεπρωμένου… Η εκμαίευση αυτή από τον κβαντικό μικρόκοσμο στον γαλαξιακό μακρόκοσμο αποτελεί έναν άθλο της υψηλής νοημοσύνης και διατελείται με την ίδια εξελικτική πεισμονή και μακροθυμία, αυθόρμητα και αυτοσχεδίως, όπως ακριβώς η δαρβίνεια φυσική επιλογή μεταμορφώνει ανά τις χιλιετηρίδες τους μονοκύτταρους οργανισμούς σε πολυσύνθετες οργανικές ενώσεις όπως είναι το ανθρώπινο νευρικό σύστημα. Σε μια ανώτερη οκτάβα, λοιπόν, συμβαίνει και πάλι το ίδιο (ο χρόνος είναι σχεδόν απεριόριστος στην κουζίνα του Σύμπαντος για να μαγειρευτούν όλες οι πιθανές τελειοποιήσεις): Η νοημοσύνη συνάπτει ανά τους κόσμους τη γραμμομοριακή ένωση μιας πολυσχιδούς γεωμετρικής σύνθεσης, που αποτελεί το διευρυνόμενο μοτίβο της κβαντικής διήχησης στον μακροσκοπικό κόσμο, ως μια διεύρυνση του εξωλογικού θαύματος που από τον πόλο του θόλου αντιβαίνει τον έτερο πόλο του θεμελίου, καταδαμάζοντας το γίγνεσθαι στα πρότυπα μιας ψυχογλυφικής σφραγίδας που διηχεί μορφοκλασματικά ανά τις κλίμακες, ως η αποκαλυψιακή νιφάδα μιας οπίσθιας αιτιότητας που εκ του μέλλοντος συγκάλεσε τον καλπασμό της Γένεσης.
Για τι άλλο μιλάμε εδώ πέρα από τη συνουσία του Σίβα με τη Σάκτι; Το χάος του θεμελίου αναδύεται ορμέμφυτα από την ύλη σαν την Κουνταλίνι, ανιχνεύοντας τα μοτίβα της γεωμετρικής τάξης των Πλατωνικών Ιδεών ή των παράξενων ελκυστών, που εκ του θόλου γητεύουν το γίγνεσθαι. Η λιβιδινική ισχύ της ενδεχομενικότητας εισέρχεται στους αυλούς της οργανωτικής διήχησης που συντονίζει τις συχνότητες των δονήσεων σε ομοιοκραδαίνουσες συνεστιάσεις μιας απώτερης έλλογης τάξης.

Και προσοχή… Η διττότητα που καθιστά το αντίπολο της Δημιουργίας είναι τόσο καθολική και αδιαφιλονίκητη που θα τη βρεις ακόμη και στον έκαστο πόλο της αντιπαράθεσης. Από τη μία, το θεμέλιο παθητικά υπόκειται την αναμόχλευση που επιτάσσει ο θόλος – η γη οργώνεται από τον γεωργό, ο πολιτισμός οργανώνεται από το νόμο, η ψυχή απορροφά την πνευματική νομοτέλεια που θα τη διασώσει… Από την άλλη, το θεμέλιο ενεργητικά ανιχνεύει δια της τυχαιότητας τα κομβικά σημεία των παράξενων ελκυστών του θόλου – ο γευστικός καρπός επιζητά τη διαιώνισή του με τη σπορά του γεωργού, το έγκλημα συγκαλεί το νόμο, η μετάνοια πρόσκειται στην ηθική… Στην «ερμαφρόδιτη» εναλλαξιμότητα, λοιπόν, μεταξύ ενεργητικού φαλλού και παθητικού αιδοίου, αφενός, η πρωτόλεια ύλη διακορεύει και διαχέει τα πλατωνικά καλούπια του υπερπέραντος και, αφετέρου, τούτες οι αιθερικές γεωμετρίες σφραγίζουν με τα ποθητά τους δήγματα τη λάγνα ύλη.       

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

ΧΡΥΣΑΛΙΣ: ΚΥΒΕΡΝΟΧΩΡΟΣ



Η ιστορία του μέλλοντος θα καταγράψει ότι ακριβώς στο μεταίχμιο των δυο χιλιετηρίδων, η υποκειμενικότητα έμελλε να μεταμορφωθεί ραγδαία από την εξύφανση μιας αιθέριας ψηφιακής διάστασης που αποτελεί και το εξελικτικό ενδιαίτημα για τους αιώνες που έρχονται. Αν και μας είναι δύσκολο να κάνουμε απολογισμούς επί αναδομήσεων που βρίσκονται εν εξελίξει, είναι ήδη φανερό, τριάντα χρόνια περίπου μετά την πρώτη μας επαφή με τον προσωπικό υπολογιστή (PC), ότι διερχόμαστε από κάποιες κρίσιμες μεταστοιχειώσεις της υποκειμενικότητας, προς μια κατάσταση που γίνεται ολοένα και πιο αλλότρια για τη συνειδητότητα που σταδιακά, ως κάποια μοιραία αμφίβια, αφήνουμε πίσω. Εν αντιθέσει όμως με τα αμφίβια που άφησαν τη θάλασσα για να κατακτήσουν την ξηρά, ο άνθρωπος, στη μετατροπή του σε αμφίβια οντότητα του κυβερνοχώρου, φαίνεται να εξελίσσεται προς μια πραγματικότητα τρικυμιώδους ρευστοποίησης, σε μια απτότητα σαφώς πιο αγώγιμης για την εκπομπή των ερεθισμάτων, όπως ακριβώς είναι το νερό εν συγκρίσει του αέρα. Με άλλα λόγια, εάν βιαστούμε να κάνουμε μια αποτίμηση της τρέχουσας εξελικτικής φάσης, στο ευρύτερο ανθρωπολογικό φάσμα, θα λέγαμε ότι ο άνθρωπος εισέρχεται σε μια πιο συμπαγή, άμεση και χωροχρονικά συγκλίνουσα διάσταση, που δεν είναι παρά προϊόν της ίδιας τους της τεχνογνωσίας, ως μια έκφανση επιτηδευμένης συλλογικής αυτενέργειας που αναπροσδιορίζει ριζοσπαστικά τον βιόκοσμο.
Τα λόγια αυτά ακούγονται ίσως βαρύγδουπα αλλά αυτό θα οφείλεται στο ότι είναι κανείς βυθισμένος στο παρόν δίχως να τον ενδιαφέρει ο ορίζοντας του μέλλοντος και του παρελθόντος. Κοιτώντας τα πράγματα σε συνάρτηση με αυτούς του δυο ορίζοντες, με διεισδυτική ιστορική γνώση, όσον αφορά την υποκειμενικότητα, αλλά και προφητική ενόραση για όσα εκ φυσικού έπονται, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι σήμερα συμβαίνει η πιο σημαντική μεταστοιχείωση της συνειδητότητας από κάθε άλλη καταγεγραμμένη ή έστω το ίδιο σημαντική όσο ήταν η πιο χρονοβόρα ανάδυση της γλώσσας από τον προϊστορικό άνθρωπο. Πάντως σίγουρα μιλάμε για μια πολύ πιο σημαντική μεταμόρφωση από εκείνη που προκάλεσε, πιο πρόσφατα, η Βιομηχανική Επανάσταση. Η τρέχουσα αλλαγή είναι σίγουρα δραματική και θα τολμούσε να πει κανείς ότι ανατρέπει βαθιές δομές του τι σημαίνει να είναι κανείς άνθρωπος, φέρνοντας ακόμη κι αυτή την πανθομολογούμενη σταθερά υπό το πρίσμα της αποδόμησης, προς όφελος μιας μετα-ανθρώπινης διεργασίας που δειλά-δειλά διαφαίνεται.
Δεν πρόκειται εδώ να κάνουμε λόγο για το πώς θα εξελιχτεί η υποκειμενικότητα στο απώτερο μέλλον μέσω αυτής της ψηφιακής επανάστασης που τα τελευταία χρόνια μας επικαθορίζει. Εκείνο που θα κάνουμε είναι να αναδείξουμε τις τρέχουσες τομές εκ των οποίων διακρίνεται η κρίσιμη αλλαγή στον τρόπο που υπάρχουμε. Μπορεί κάποιοι να εκπλαγούν από το πόσο ανεπαίσθητες ή αδιόρατες είναι αυτές κατά την αναφορά τους, ωστόσο, με λίγη περίσκεψη θα είναι απ’ όλους παραδεκτό ότι όντως είναι αυτές που αναδιανέμουν την υποκειμενικότητα προς έναν άλλο υποστασιακό τύπο, με τον οποίο τελικά θα συνάγουμε –όπως θα φανεί παρακάτω- και μια θεμελιώδη μεταστροφή για τον πολιτισμό.
Θα παρουσιαστούν πέντε βασικές τροπές που εισήγαγε ο ψηφιακός κόσμος του κυβερνοχώρου στην υποκειμενικότητα, τις οποίες σπανίως θα λάμβανε κανείς υπόψιν για το μεταμορφωτικό τους, ή τον ενδεικτικό για την τρέχουσα μεταμόρφωση, ρόλο. Πρόκειται για διαδικασίες που συναντάμε πανταχόθεν στον εικονικό κόσμο των υπολογιστών και του Διαδικτύου, αλλά που έχουν γίνει τόσο κοινότυπες που μετά βίας θα καταφέρουμε εδώ να τις αναδείξουμε ως σήμαντρα μεταστοιχείωσης. Δεν υπάρχει όμως καμία αμφιβολία ότι οι τροπές αυτές μας απασχολούν σε τέτοιο βαθμό που έχουν υπερκεράσει την εν συγκρίσει απλοϊκή ψυχολογία του μη-ηλεκτρονικού ανθρώπου, ανοίγοντας ένα κεφάλαιο της ανθρώπινης εξέλιξης, που ίσως αποδειχτεί και ένας ολόκληρος νέος τόμος, αν όχι ένα εντελώς νέο έργο που θα καταστήσει παρωχημένη την παραδοσιακή έννοια του Ανθρώπου.

Η πρώτη τροπή είναι αυτή που μας έχει περικυκλώσει σχεδόν όλους στην καθημερινότητά μας: είναι η άμεση και στιγμιαία επικοινωνία που διευκολύνεται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή την υπαγωγή των κινητών τηλεφώνων στη λογική του Διαδικτύου. Πρόκειται για το «Instant Messaging», το οποίο μας εφοδιάζει με μια πρωτόφαντη επικοινωνιακή αμεσότητα, σε τέτοιο βαθμό που η δυνατότητα ανταλλαγής πληροφοριών να ξεπερνάει τα αιτήματα της αναγκαιότητας, καθιστώντας μας σε μια πολύ στενή επικοινωνιακή συνάφεια, που, τρόπον τινά, μας συνδέει πλέον τηλεπαθητικά. Η ιδέα ότι κάποιος μπορεί να εντοπιστεί μόνο στο σπίτι δια του σταθερού τηλεφώνου, πόσο μάλλον, παλιότερα, δια του τηλέγραφου ή της ταχυδρομικής αλληλογραφίας ακούγεται πλέον αρχαϊκή, όταν σήμερα έχουμε όλες αυτές τις επικοινωνιακές εφαρμογές δια μέσω του Διαδικτύου με τις οποίες μπορούμε ανά πάσα στιγμή να ανταλλάξουμε και τα πιο ανυπόληπτα μηνύματα, να κοινολογήσουμε τις πιο φευγαλέες σκέψεις μας και, άρα, να έρθουμε σε μια εγγύτητα που αντιπαρέρχεται τα δεδομένα της ιδιωτικής νόησης. Ο νους πλέον δεν είναι ιδιωτικός· αυτό είναι πολύ δύσκολο να διασφαλιστεί σε ένα περιβάλλον όπου τα επικοινωνιακά σήματα τρέχουν με φρενιτιώδεις ταχύτητες, θυμίζοντας την νευρολογική εικόνα που αποθησαυρίσαμε ως σύμβολο εποχής: τους νευρώνες και την αειφορία τους από μια πλησμονή νευροδιαβιβαστών. Τι συμβαίνει στην ευρύτερη εικόνα για την υποκειμενικότητα όταν η διασύνδεσή μας και η ευχέρεια, ή ακόμη και ο ψυχαναγκασμός της επικοινωνίας, ξεπερνάει τα πλαίσια της αναγκαιότητας; Δε θα έπρεπε να είναι κάτι που να μας τρομάζει. Η επικοινωνιακή συνεκτικότητα δεν εξυπηρετεί το άτομο αλλά την ευρύτερη συλλογική διάσταση που τώρα ζυμώνεται δραστικά από την επιτάχυνση της ανταλλαγής σημάτων και που, επομένως, διαρθρώνει τα νέα συλλογικά μοτίβα από τα οποία εξαρτάται η ενιαία ενορχήστρωση του πλήθους, όχι ως  ένας επιβεβλημένος εκκοινωνισμός που δεσποτικά μεταχειρίζεται τις συνειδήσεις αλλά μια αυθόρμητη ανακύπτουσα ιδιότητα που εξυπηρετεί κατά μορφοκλασματικό τρόπο το συλλογικό και ατομικό συμφέρον. Όποιος έχει μελετήσει τη Θεωρία του Χάους και ιδιαίτερα τα μη-γραμμικά συστήματα αυτοποίησης και αυτο-οργάνωσης που ανακύπτουν στην τύρβη των ενδεχομενικών γεγονότων, μπορεί να καταλάβει ευθύς αμέσως το τι ακριβώς υπονοείται εδώ.
Δεύτερη τροπή είναι η μεταφορά της βαρύτητας των διεργασιών μας στα μοντέλα προσομοίωσης τους, με τα οποία συμβαίνει μια κρίσιμη μεταστροφή, που μόλις και αρχίσαμε να αναγνωρίζουμε. Το γεγονός ότι όλες οι σοβαρές δραστηριότητες, από την οικονομία μέχρι την πλοήγηση αεροσκάφους, έχουν απορροφηθεί από τα μοντέλα προσομοίωσης δια τα οποία επιχειρούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τις δραστηριότητες αυτές, θέτει ένα κρίσιμο φιλοσοφικό ερώτημα: Μήπως τελικά όλα γίνονται ένα διασκεδαστικό παιγνίδι; Θα υπέθετε κανείς πώς η καταφατική απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα θα ήταν εκφυλιστική για τον πολιτισμό μας, όμως μια τέτοια άποψη θα πρόδιδε ότι δε γνωρίζει κανείς τις αναστοχαστικές αρετές που επισημαίνει η παιγνιώδης δραστηριότητα. Φυσικά, δε ισχυριζόμαστε ότι πραγματικές δραστηριότητες όπως το Χρηματιστήριο ή η Αεροπορία μετατίθενται ολοκληρωτικά στις οθόνες των προσομοιώσεων. Λέμε απλώς ότι η αιχμή της διερεύνησης δεν έγκειται πλέον εκεί έξω στην πραγματικότητα αλλά στη νέα διάσταση του φαντασιακού που, παρότι αναπαράγει τις δομές της πραγματικότητας, γεννά κάποιες παραμέτρους που δύνανται να μεταλλάξουν τις ίδιες αυτές πραγματικές δραστηριότητες. Εν ολίγοις, φαίνεται ότι ο ψηφιακός κόσμος απορροφάει τα πάντα στο έθος του «Game-Playing Simulation», καθιστώντας τις ενορμήσεις των, κατά τ’ άλλα, πολύ πραγματικών διαδικασιών που προσομοιώνονται σε διαθέσεις που «μολύνονται» από το παιγνιώδες πνεύμα της ψυχαγωγίας και της διασκέδασης. Είναι βέβαια νωρίς να προβλέψουμε την παντελή υπαγωγή της πολεμικής μηχανής στις μάσκες και τις φόρμες της Εικονικής Πραγματικότητας· ωστόσο, δεν μπορεί κανείς παρά να καταδείξει ότι η προσομοίωση των διαδικασιών, είτε λόγω τεχνικών αναγκών είτε λόγω ψυχαγωγικής κατανάλωσης, προμηνύει μια σύνολη μεταμόρφωση της υποκειμενικότητας ως προς το αναστοχαστικό πνεύμα το οποίο προσεγγίζει τις τεχνοτροπίες της. Γίνεται ολοένα και λιγότερο μια κατάσταση έμβιας αμεσότητας και αυθορμητισμού, ενόσω οι αυτοαναφορικές αναδιπλώσεις της προσομοίωσης την εγκολπώνουν προς όφελος άπειρων πειραματικών αναπροσαρμογών που τελικά δεν έχουν άλλο αντίκρισμα από την ενατένιση στην έννοια της παιγνιώδους μηχάνευσης των εικονικών γεγονότων. Ας σκεφτούμε το τι γίνεται ήδη στις οθόνες των υπολογιστών μας: μήπως τα ηλεκτρονικά παιγνίδια στρατηγικής δεν αναμοχλεύονται και αναμιγνύονται, λόγω της μαγικής τους γειτνίασης, με άλλες σοβαρότερες ψηφιακές δραστηριότητες, διαποτίζοντας τη λογική των τελευταίων με το ανάλαφρο πνεύμα της ψυχαγωγικής ενασχόλησης;
Την τρίτη τροπή θα την δούμε στη δυνατότητα αποταύτισης του υποκειμένου από τις προσίδιες ταυτοποιήσεις του δια μέσω της επιμέλειας ενός εικονικού εαυτού. Αρχικά θα θεωρούσε κανείς ότι αυτή η τροπή μας απομακρύνει από την αυθεντικότητά μας, καθώς μας κρύβει πίσω από πολλαπλές διαστρωματώσεις εικονικών προσποιήσεων που δεν έχουν καμία σχέση με την αλήθεια μέσα μας. Τουναντίον, αυτές οι εθελούσιες ταυτοποιήσεις, που εν πολλοίς έχουν έναν αισθητικό χαρακτήρα, δεν κάνουν άλλο από το να μεταδίδουν εκείνο που ανέκαθεν η συνειδητότητα επιζητούσε: τις μεταμορφώσεις που επιτέλους θα αποκαλύψουν τον ιδεατό πυρήνα της εκάστοτε προσωπικότητας, στην οποιαδήποτε αξιακή του έκφανση –δεν έχει σημασία ποια. Σημασία έχει ότι το υποκείμενο βρίσκεται τώρα σε μια κατάσταση οριακής αναδίφησης, χρησιμοποιώντας ως απόβαση στον κυβερνοχώρο τη λογική του «Avatar», με τη λειτουργική βοήθεια του οποίου μπορεί να υπερβεί την περιοριστική βαλβίδα της ταυτότητας εν γένει και να προβεί στους πρισματικούς διαλογισμούς της αειμορφίας. Δεν είναι ένας ο avatar αλλά άπειροι κι αυτό, είτε στα μέσα κοινωνικά δικτύωσης είτε στις ψυχαγωγικές εφαρμογές, επιφέρει μια βαθιά μεταμορφωτική αλλαγή στην υποκειμενικότητα: αυτή η ρευστοποίηση στη διαλεκτική ταυτοποίησης/αποταύτισης εκθέτει τη φυσική δυνατότητα πρισματικής υποκειμενικότητας που υποβόσκει της ταυτότητας και του Εγώ. Μήπως δεν είναι αυτή η ψυχολογική συνήθεια που τώρα καθιερώνεται ως μια κρίσιμη κοιτίδα επικοινωνιακής και εκφραστικής διαλλακτικότητας; Πού ακριβώς θα μας ωφελήσει αυτή η ένδειξη μεταμόρφωσης; Σίγουρα μας απομακρύνει ακόμη περισσότερο από τα δεινά της δογματικής ιδεοληψίας, της οποίας κρίσιμος παράγοντας αποτελούν πάντα οι σύμφυτες αδιάλλακτες ταυτοποιήσεις του Εγώ.
Στην τέταρτη τροπή θα θέσουμε τη συσπείρωση και συμπύκνωση των ετερόκλητων δεδομένων που μας κατακλύζουν την κάθε φορά που αναζητούμε μια λέξη-κλειδί στις μηχανές αναζήτησης του Διαδικτύου. Εδώ πρόκειται για την έννοια του «Intertext», που τώρα μας αποκαλύπτει ότι η κάθε μια ιδέα αποτελεί πόρτα προς έναν καθολικό αναπροσδιορισμό της θεματολογίας, του επιστημολογικού προσανατολισμού ή της ιδεολογικής προσυπογραφής. Ας ρίξουμε μια ματιά στο τι συμβαίνει σήμερα στις οθόνες των καθημερινών ερευνητών της σύνοψης της ανθρώπινης γνώσης που είναι καταχωρημένη στον κυβερνοχώρο: Όντως, η στερεοποίηση ενός γνωσιακού σχεδιασμού κρίνεται πλέον αδύνατη στο πεδίο των ηλεκτρονικών σελίδων, όπου η κάθε έννοια είναι ουσιωδώς κι ένα hashtag, μια δίεση που παραπέμπει σε μια πληθώρα γνωσιολογικών καταχωρήσεων κατά τρόπο που η έννοια να μεταρσιώνεται σε ένα πρισματικό ψηφίο στο οποίο απολήγουν ή εκκινούν εντελώς παράταιρες γνωσιολογικές καταγραφές. Αυτή η δυνατότητα που μας έδωσε η ηλεκτρονική σελίδα έχει μετατρέψει τα κείμενα σε αναστρεφόμενους λεκτικούς κύβους που εν τέλει δεν κάνουν άλλο από το να υπονομεύουν την συγκρότηση της ιδεολογίας. Όποιος έχει μια στοιχειώδη κοινωνιολογική γνώση, θα έχει καταλάβει ότι η έννοια της ιδεολογίας έχει περιπέσει πλέον σε μια δυσφημιστική απόδοση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, καθώς στον σύγχρονο κόσμο της αποδόμησης και της σχετικιστικής ανάγνωσης των δεδομένων, η οποιαδήποτε οριστική προσυπογραφή είναι ταυτόσημη έναν ανόητο ευνουχισμό της νοημοσύνης. Εάν αυτή η αφύπνιση είχε ξεκινήσει χρόνια πριν την είσοδο της Google στη ζωή μας, σήμερα μάλλον αποπερατώνεται κατά τρόπο συντριπτικό για τους θιασώτες της εκάστοτε "Μεγάλης Ιδέας", έτσι ώστε να κατακερματιζόμαστε σε πολλαπλές εν παραλλήλω απηχήσεις που αν καθιερώνουν κάτι με διαφαινόμενη τροπή οριστικότητας αυτή δεν είναι άλλη από την ανησυχαστικά αναδυόμενη πρισματική γνωσιολογία, εκ της οποίας η κάθε ιδέα έχει μετατραπεί (ή, μάλλον έχει επιτέλους αποκαλυφθεί) ως σύνδεσμος ετερόκλητων αποφάνσεων σε μια ενότητα που αναμένει την ευκταία διαχείριση της πρισματικής υποκειμενικότητας ώστε να διασφαλιστεί άπαξ δια παντός, για τις γενιές που έπονται, η δημοκρατική ελευθερία του σκέπτεσθαι και του πράττειν.
Τέλος, η πέμπτη τροπή είναι και η πιο γενική, η οποία όμως φαίνεται να συνεπιφέρει την επιτομή της εν λόγω μεταμόρφωσης. Δεν είναι άλλη από την διαδραστικότητα, που φυσικά εμπεριέχει ως μια γενικότερη αρχή όλες τις παραπάνω τροπές. Μπορεί για εμάς τώρα η διαδραστικότητα να μη φαίνεται ως μια αξιοπερίεργη υπόθεση, όμως αν δούμε ακόμη και στο κοντινό παρελθόν, πριν την ανάδυση του κυβερνοχώρου, η έννοια της διαδραστικότητας περιορίζονταν στην κοινότυπη δια ζώσης επικοινωνία ή, όσον αφορά τα τεχνουργήματα, στην τηλεφωνία. Επιπλέον, θα την βλέπαμε απλώς σε παιγνιώδεις δραστηριότητες με πολύ περιορισμένες δυνατότητες αναδιαμόρφωσης των δεδομένων. Για παράδειγμα, μια παρτίδα σκάκι κινείται μέσα στους κανόνες που θέτει η δομή του παιγνιδιού. Δε συμβαίνει το ίδιο όμως σήμερα στα ριζοσπαστικά, αέναα δεδομένα της διαδραστικότητας που συναπαρτίζει τον βιόκοσμο του κυβερνοχώρου. Άλλωστε η ίδια η δομή των ηλεκτρονικών εφαρμογών, από τα σπάργανά τους σε εκείνες τις νοσταλγικές αφετηρίες του Pacman ή του Tetris, εξυπονοεί αυτονόητα τη διαδραστική χρηστότητα. Κοιτώντας, λοιπόν, το πώς εξελίσσεται η ηλεκτρονική διάσταση του φαντασιακού μας στην σύμπτυξή του με τις τελεσιουργικές ροές της κοινωνίας είναι πασιφανές ότι κυριαρχεί ολοένα και περισσότερο η τροπή του «Interface», περιπλεκόμενο μάλιστα σε μια πληθώρα δυνατοτήτων επεμβάσεων που μετατρέπουν το είδωλο του κόσμου επί της οθόνης σε ένα απεριόριστο εργαστήρι αναδημιουργικών προεκτάσεων. Αν όντως αυτό είναι που συμβαίνει τότε τι άλλο αναδύεται από τη μεριά του χρήστη αν όχι η ενεργητική υποκειμενικότητα, δηλαδή ο εκζητούμενος άθλος της ψυχολογικής εξατομίκευσης; Οι δυνατότητες είναι πράγματι τόσες όσες τα σημεία αποκοπής, αντιγραφής και επικόλλησης. Η έννοια της επεξεργασίας («edit») άλλωστε υπονοείται μέσα από κάθε δυνατό «κλικ» του ποντικιού, καθιστώντας το υποκείμενο από θεατή των εκδοτικών αναπαραγωγών σε εκτελεστή τους, μετατρέποντας, έτσι, την αρένα της δημιουργικότητας σε ένα ψηφιακό χάος εκφραστικότητας, που μέλλει να αναδείξει εκείνες τις εγγενείς προτροπές που η λογοκρισία της κερδοσκοπικής αριστείας δεν επέτρεψε ποτέ να αναδυθούν. Τέτοιο είναι το όραμα που θα μας διασώσει από τις αρπαγές της εκάστοτε ολιγαρχίας. Ο Bertrand Russell το είχε πει: το μόνο πράγμα που θα διασώσει την ανθρωπότητα είναι η συνεργασία… και η συνεργασία δεν προϋποθέτει άλλο βασικότερο από τη δυνατότητα διαδραστικότητας και τη συνακόλουθη ύψωση φωνής του ατόμου.

Εν κατακλείδι, φαίνεται ότι στην εποχή που το τοπίο αναπλάθεται από την ηλεκτρονική μας μεταμόρφωση, διαθέτουμε όλα τα εργαλεία με τα οποία θα ρίξουμε μαύρη πέτρα πίσω στα πέτρινα χρόνια της τεχνολογικής μας προϊστορίας. Η επικοινωνιακή συνεκτικότητα και τα συλλογικά της μοτίβα γεννούν μια πελώρια οντότητα που τώρα κυνηγάει από κάθε άκρη της γης τις πονηρές διαβουλεύσεις των ιδιοτελών φρονημάτων. Τα μοντέλα προσομοίωσης μας εξυψώνουν στο μεταπλαστικό πεδίο της αναστοχαστικότητας εκείνης που μεταρσιώνει τον αγώνα σε ψυχαγωγική εξερεύνηση. Οι δυνατότητες αποταύτισης και ρευστής ταυτοποίησης υποσκελίζουν το μονολιθικό δόγμα της ύπαρξης για πρώτη φορά με συνέπεια –το Εγώ χάνεται στον πολύεδρο θάλαμο μιας μετα-εγωλογικής έκστασης. Η συσπείρωση και συμπύκνωση των ετερόκλητων δεδομένων αποκεφαλίζουν τη μονολογική έπαρση του ιδεολογικού φανατισμού ενώ η διαδραστικότητα σκηνοθετεί μια κοσμοϊστορική αντεπίθεση του υποκειμένου δια μέσω μιας σφοδρής ενεργητικότητας που μέλλει να αναπροσαρμόσει θεαματικά το δημιουργικό και άρα τελεσιουργικό τοπίο του πολιτισμού που αναδύεται.
Το αμφίβιο εισέρχεται όλο και πιο βαθιά στο διάκοσμο μιας νέας διάστασης που δύσκολα μπορούμε να προβλέψουμε στο πώς θα διαμορφωθεί τις επόμενες δεκαετίες. Για ένα μόνο μπορούμε να είμαστε βέβαιοι: ότι η εξέλιξη είναι αείποτε επιστήθια φίλη της φαντασιακής μας ελευθερίας…     




Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ




Σ’ έναν κόσμο που κατατρύχεται από τον πληθωρισμό πληροφοριακών απορριμμάτων και που καθιστά το χρέος της ιδεολογίας βαρύ στους ώμους των επίδοξων πρωταγωνιστών, θα παρασυρόμασταν εύκολα να θεωρήσουμε το τοπίο ως την αλγεινή φανέρωση μιας σύνολης χρεοκοπίας. Δεν υπάρχει άλλωστε ελαφρυντικό για να μας δώσει ελπίδα, αν ο τρόπος χρεολυσίας αποβλέπει στην εξέταση και την αναδιάταξη των πληροφοριακών δεδομένων. Όσο ψάχνουμε τον κρίσιμο παρανομαστή στις μετοχές του ιδεολογικού χρηματιστηρίου, δεν πρόκειται να εξαρθρώσουμε τη σπέκουλα που λυμαίνεται τα δικαιώματά μας και κανένα τέλος δεν πρόκειται να δοθεί στην κρίση αξιών των καιρών μας. Η προοπτική της ημέρας θα παραμένει ζοφερή για όσο θα ταλανιζόμαστε ανάμεσα στην πρόσθεση και την αφαίρεση των τιμών, αφού ούτε το πρόσημο ούτε το ψηφίο είναι αυτό που θα μας δώσει μια ανάσα ζωής στο ακανθώδες τοπίο όπου το συγκεκριμένο ον αποζητάει την επιβίωση από τις αρπαγές του αφηρημένου. Οι νύχτες θα έρχονται σαν το πολικό κύμα της μεγάλης χειμερίας νάρκης, διαβάλλοντας την όποια συνοχή στο διάβημα σωτηρίας, για όσο οι ψηφιακοί, ανυπόστατοι αριθμοί της Κεντρικής Τράπεζας θα ναρκώνουν τον κρόταφο της πιο απτής και άμεσης κερδοφορίας.
Μιλάμε για το Κεφάλαιο εκείνο που στη συσσώρευσή του μπορεί να προκαλέσει σχισμές στους ουρανούς και ντελίριο εγκέλαδου στα έγκατα της γήινης θεμελίωσής μας. Υπάρχει ένας τρόπος να πλουτίσουμε εν μια νυκτί και να συγκεντρώσουμε όλους τους απαραίτητους πόρους διαβίωσης και θριάμβου ώστε να στρέψουμε τις φωτογραφικές αστραπές του καινοφανούς στην επιτέλεση της σύγκορμης χειρονομίας που σημαίνει το τέλος των καιρών. Είναι στο ανάστημα του πιο άξιου επιχειρείν που θα διανοίξουμε τις οδούς και θα χτίσουμε τους οίκους της νέας πλουτοκρατίας· στο ύψος του εγειρόμενου σπονδύλου και της αγαστής κεφαλής που στεφανώνεται από το ιλαρό φως του συνειδέναι είναι που θα βρεις την σφοδρή αιχμή, από την οποία θα καταλυθούν οι ληστρικοί δεσμοί της εκμετάλλευσης και της νοθείας. Αν τον εαυτό σου βρίσκεις χαμένο στη χωματερή των μάταιων ιδεών, στην προσυπογραφή των οποίων η υποκειμενική συνεπαγωγή προσδιορίζει το μπανάλ και το κλισέ, πάψε να ψάχνεις για ακριβά κειμήλια σε μια θαυμαστή έννοια που θα κηλίδωνε τα λύματα ως το ανατρεπτικό σημείο των καιρών. Η ανατροπή δε θα επέλθει από μια ακόμη ιδεολογία· καμία απόφανση –ούτε καν η πιο ευκταία και ιδανική- δεν πρόκειται να μεταστρέψει τους δείκτες της απώλειας προς την αφθονία που ονειρεύεσαι να βρεις. Ο μόνος τρόπος να βιώσεις τη συμπυκνωμένη αίσθηση του αφρώδους πλούτου επί της οποίας η παραδαρμένη ραχοκοκαλιά της ένδειας επιτέλους θα αναπαυτεί, είναι να τα αποποιηθείς όλα, να μείνεις με το τίποτε, δίχως ταυτότητα, δίχως ιδεολογικό φρόνημα, άφραγκος από τα νομίσματα της πεποίθησης και τα ομόλογα της θρησκευτικής πίστης, να τολμήσεις να μείνεις γυμνός ως σκέτο αυτοαναφορικό ενέργημα, εστιάζοντας στην πιο δυνατή και πιο απτή απόλαυση, που δεν πρόκειται να απολεσθεί ακόμη κι όταν είσαι σπαραγμένος από τον αγώνα των αντικρουόμενων παραστάσεων· ακόμη και στη λαίλαπα της πιο βαθιάς κρίσης, ο φοίνιξ θα απλώσει τα πύρινα φτερά του και θα αναγεννηθεί, αφού τέτοια είναι η φύση της πιο θεμελιώδους ιδιότητάς σου…
Η συνείδηση αποτελεί την επανάληψη του πιο τερπνού σφυροκοπήματος. Αν εστιάσεις με λεπτή διάκριση στον μυστικό παλμό του γίγνεσθαι θα ανεύρεις την πιο στοιχειώδη δοσοληψία ανάμεσα στην υπόσταση και το κενό, το κενό και την υπόσταση. Μια ταλάντωση αποκρυστάλλωσης και αναίρεσης· ένα λίκνισμα αφηγήσεων και απομυθοποιήσεων· μια κυματομορφή αποχαύνωσης και αφύπνισης –αυτός είναι ο παλμός της συνείδησης, υπό τον οποίο χορεύουν όλες οι παραστάσεις του Ενιαυτού. Από το μικρομοριακό βάθος της πιο ασυνείδητης λεπτομέρειας μέχρι τα κοσμοϊστορικά εγχειρήματα του συλλογικού, παντού διακρίνεται η διακύμανση της ύφεσης και της ανόδου. Στη λήθη που επιτάσσει η ιδέα γκρεμίζονται τα οχυρά της παλιάς φρουράς και στη αλήθεια που υπερβαίνει την ιδέα χτίζονται τα νέα. Το αυτοαναφορικό ενέργημα, ως η επαναλαμβανόμενη αναδίπλωση στον πυρήνα της Αλήθειας, σφυροκοπάει την κάθε φορά ανελέητα τη συμπαγή και αδιάφανη παράσταση των ιδεοληπτικών ξόανων που στήνουν το μύθο της ανάγκης και της σπανιότητας. Δε θέλει ιδιαίτερη περισυλλογή, καμία αναμέτρηση με έννοιες και πολύπλοκες εξισώσεις· είναι τόσο απλό όσο το να περάσεις την κλωστή από το μάτι της βελόνας, το να παρατηρήσεις την επιτέλεση του ενεργήματος ακριβώς στην αιχμή της στιγμής που συμβαίνει. Αν είσαι συνεπής επενδυτής θα καταφέρεις να προσαυξήσεις τη δόνηση τούτης της αυτοαναφορικής ταλάντωσης, παραβλέποντας κάθε ιδέα ή ταυτοποιητική προσυπογραφή. Κι εφόσον το εισόδημα της ενέργειας ξεπεράσει τα επιτόκια του υπαρξιακού φορτίου που σου χρέωσε η εμμονή με τις ιδέες, θα είσαι μάρτυρας της πιο συναρπαστικής διατριβής: η συνειδητότητα σου χάρισε έναν κόσμο καινούργιο, παρθένο, που στην έκλαμψη της κάθε στιγμής καταφάσκει στην επιθυμία σου και σε πληρώνει κυματικούς δασμούς υπεραξίας –αρκεί η επιθυμία αυτή να είναι πάντα πιστή στην αφετηρία της μεταστροφής, όπου επαναθεμελιώθηκε ως η ροπή προς το τίποτε, ως η αυτάρκεια του Κενού…
Όλες οι δυνατότητες είναι μπροστά σου κι εσύ πλοηγείσαι με τη μαεστρία του κροίσου, μόνο που ο τρόπος εκπλήρωσης δεν περνάει από τη μετάφραση του χαρτονομίσματος σε δράση ή σε απόκτηση κάποιου αγαθού, αλλά από τη ρίψη της αντικειμενικής επένδυσης στον κλίβανο της υποκειμενικής αβύσσου, όπου αναφλέγεται το πυρ της ενθύμησης, νυν και αεί, εδώ και πάλι εδώ, παντού και πουθενά. Το άφθαρτο ενέργημα της αναδίπλωσης στον Εαυτό, ξανά και ξανά, ως η επανάληψη που διαρρηγνύει τα κουκούλια της ιδεοληπτικής ανάπλασης· σαν το ράμφος που επιτάσσει την εκκόλαψη ως το στίγμα της εκάστοτε στιγμής· αέναη φανέρωση εκ νέου από αρχέγονο εγχείρημα που γαζώνει με ταχύτητα ολοένα και πιο γοργή το πατρόν της Πλήρους Παρουσίας. Αυτή είναι η συνείδηση: πρωτογενής ιδιότητα της Φύσης και ασύλληπτη από κάθε επιμέρους συγκεκριμενοποίηση, είναι το ευεπίφορο κύμα του πλούτου που πληρώνει τα χρέη τα καρμικά, που πλειοδοτεί τις αξίες τις ευάρεστες, που ενισχύει την ευμάρεια της έκστασης και υποσκελίζει όλες τις πιθανές αυταπάτες που θα επισύρανε τον δαπανηρό μας χαμό, στο θέατρο σκιών της λέξης.
Δεν υπάρχει άλλο Κεφάλαιο από αυτό της Συνείδησης. Η επένδυση είναι ομολογουμένως ένα επιχείρημα ευπραγίας, που αναδύεται από την πιο βαθιά οντολογική βεβαιότητα. Η επένδυση στο νέο κόσμο που τώρα ανθοφορεί δεν έχει άλλο αντίκρισμα από την παράξενη ανάπαυση επί της πιο ραγδαίας ρήξης, εκείνης που με το μετρονόμο της αναπνοής διαρρηγνύει κάθε συνεκτική αφήγηση του Εγώ και που με ιλαρότητα ανατρέπει όλες εκείνες τις «μεγάλες ιδέες» του καχύποπτου νου. Ξανά και ξανά επενδύω στο σφυροκόπημα του επαναλαμβανόμενου αυτοαναφορικού σήματος, που η πυκνότητά και η ταχύτητά του ανά το χρόνο μας οδηγεί στην εκπομπή ενός ολοένα και πιο μικρομοριακού κεντήματος, που δονείται με τη συντριπτική σφοδρότητα του ηλεκτρονίου και της πυρηνικής ενέργειας, ως μια έκρηξη μεγάλη που γεννά τον κόσμο επιτέλους απέριττο, μα ωστόσο πλουμιστό, αλλά και ως μια εξάχνωση στην αιθρία του Είναι, όταν τα περιεχόμενα γεμίζουν με έπαρση και ξεχνούν τις καταβολές τους…
Είσαι πολύ τυχερός αν έχεις επικεντρώσει όλη σου τη λιβιδινική ενέργεια στο ύστατο οντολογικό επιχειρείν. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο να σε απασχολήσει. Είσαι καλυμμένος από κάθε πλευρά, μιας και η δόνησή σου ασκεί εγερτήριο παλμό και τα γεγονότα αποτείνονται στον επιχειρηματία της εκκένωσης. Όμως αυτός είναι τόσο χαρισματικός, όσο επιμένει να διακρίνει στα δεδομένα την οπή της δυναμικής τους εκκένωσης. Τα δισεκατομμύρια σημεία που εκ των βάθρων ακτινοβολούν την κατίσχυση της πληρότητάς του, αποτελούν την ευφραντική ωδή της βούλησής του, ως ενισχυτής της επικέντρωσης των άλλων, για μια αφύπνιση στην αφθονία που θωπεύεται από την ψυχρή δαχτυλήθρα του βούδα. Καταμέτρηση του Απείρου και ενατένιση στη ροή των εμβασμάτων που ως παθητικό εισόδημα επικυρώνουν την τερπνή απώλεια της κεφαλής –επειδή ακριβώς είναι ο κεφαλαιοκράτης της ύστατης απολαβής!
   
  

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΘΕΟΥΡΓΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ


Ο γνωστός άτλας της ανθρώπινης ιστορίας απαρτίζεται έως εδώ από τρεις ρηξιγενείς σχάσεις, με τις οποίες διαδοχικά εκκινούν τρία διαφορετικά ρεύματα συνειδητότητας. Στην κάθε φάση σταχυολογείται μια ποικιλία από γνωσιολογικές, επιτελεστικές, μεταφυσικές ή θρησκευτικές τάσεις, που επί της ουσίας απεικονίζουν τον τρόπο με τον οποίο η συνειδητότητα επεξεργάζεται την πληροφορία. Εν προκειμένω, προς χάριν μιας εύληπτης αντίληψης του πώς εξελίχθηκε το θρησκεύεσθαι, θα διαχωρίσουμε την επεξεργασία αυτή δια μέσω των τριών αυτών φάσεων.
Η πρώτη φάση χρονολογείται στην αρχαϊκή εποχή –προτού αρχίσει η εγγράμματη αφήγηση του δυτικού πολιτισμού στους κόλπους του Αιγαίου Πελάγου- και κατόπιν μιας θεουργικής επανάστασης που επήλθε δια της λήψης των ενθεογενών βοτάνων εδραιώνοντας έτσι μια συνειδητότητα που οριζόταν από την ακαταδάμαστη αισθητηριακή ρευστότητα, την αισθητική χειρονομία της τελετουργικής επανάληψης, την αυθόρμητη και αυτοσχέδια συμπαράταξη των ερεθισμάτων με κάποιον υπερβατικό κανόνα, που ουσιωδώς αναδυόταν εμμενώς στον αυθαίρετο συλλογισμό του υποκειμένου. Ως εκ τούτου, ο τρόπος επεξεργασίας της πληροφορίας εικάζεται πως ήταν αδιάφορος στις σημάνσεις που επισπεύδουν κάποια πάγια αποτύπωση της αλήθειας. Υπήρχε μια ρευστή αεικίνητη τροπή ανά τις ιδιότητες των δεδομένων κατά τρόπο που έθετε τη συνειδητότητα και το ενδεχομενικό στο εφαλτήριο του κανόνα. Φυσικά, απαράβατοι τελετουργικοί κανόνες υπήρχαν, εντούτοις, ο σχεδιασμός τους ήταν αδιαφιλονίκητος επειδή ακριβώς βασιζόταν στις φαινομενικές ενδείξεις του χρόνου δια μέσω του έναστρου ουρανού, της Σελήνης και του Ήλιου. Εκείνο που είχε πρωτεύουσα σημασία δεν ήταν ο ορισμός του Προφήτη ή έστω της Μεγάλης Ιέρειας· σημασία είχε η συντηρητική διασφάλιση των πηγαίων αρχών της ύπαρξης μέσω της καταφατικής τους αναπαράστασης στο βιόκοσμο κατά τρόπο λατρευτικό, δηλαδή αμιγώς αισθητικό και αποτεινόμενο στην αυτοτέλεια της ιεροπραξίας.
Δεν είναι ξεκάθαρο σε ποια ακριβώς ιστορική φάση διαδραματίστηκε η ριζική μεταστροφή προς την δεύτερη θεουργική επανάσταση, αλλά όταν πια ο πολιτισμός ήταν επικεντρωμένος στην αστική αναπαραγωγή των εγγράμματων ιδεωδών, σκιαγραφήθηκε ένα αόριστο μεταίχμιο που έως την ρωμαϊκή στέψη του Ιησού Χριστού, στους πρώτους αιώνες της κοινής χρονολογίας, εκδηλώθηκε οριστικά και με μονιμότητα. Εάν η πρώτη θεουργική επανάσταση συνέβη μέσα από την οργιαστική έκσταση και την αχαλίνωτη ανάπτυξη του φαντασιακού, η δεύτερη θεουργική επανάσταση επήλθε ως το νηφάλιο σήμαντρο συγκεντρωτισμού όλων των φαντασιακών, λατρευτικών και μυθολογικών αναφορών του παρελθόντος στα επίκεντρα διάφορων δογματικών επιφάσεων περί του θεϊκού. Τα δόγματα αυτά εξήραν και το ανάλογο ανάστημα θεουργικής λιτανείας, αυστηρώς εντός μιας αρχής και ενός συγκεκριμένου μοτίβου που δρα επί της συνειδητότητας αποκλειστικά, αποβάλλοντας στα πέριξ κάθε ετερογενή προσβολή ως υβριστική. Ουσιαστικά μιλάμε για την ανάδυση του φαντασιακού μονοπωλίου στον τρόπο που δύναται να συλλάβει η ψυχή την ολοτροπική πορεία προς το άπειρον. Το «μονοπώλιο» αυτό στήθηκε από την ανάλογη συνειδητότητα, της οποίας εξελικτική φάση ήταν το να αρχίσει να ερείδεται στα στατικά κελεύσματα του συγκρουσιακού λόγου και όλες τις συνακόλουθες αράδες των ιδεολογικών φρονημάτων που συναθροίστηκαν στην έριδα ενός ιδεώδους της αλήθειας. Δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς.
Όντως ήταν φαταλιστική η νυχτερινή πορεία της συνειδητότητας εν δια μέσω σφαγών και γενοκτονιών που στο βαθύτερό τους πυρήνα είχαν τη φοβία απέναντι στη δυνατότητα διαφορετικής θεουργικής επιτέλεσης. Δεν ήταν απλά ο αγώνας απέναντι στον αλλόθρησκο της λέξης, όσο ο αγώνας απέναντι στη συνειδητότητα που ανά πάσα στιγμή θα διαμήνυε την πλαστότητα της οιασδήποτε μεταφυσικής αφήγησης, εν γένει. Ο μισαλλόδοξος φόβος, που χαρακτηρίζει τα τεκταινόμενα που εδραίωσε η δεύτερη θεουργική επανάσταση, είναι δείγμα του πόσο έγκλειστη υπήρξε η υπερβατική ενατένιση εντός της επικράτειας κάποιας απαράβατης αρχής, που, παρότι καθαρά αποκύημα λόγου με ανθρώπινο συμφεροντολογικό άξονα, επικράτησε με την αίγλη του αυταπόδεικτου και του αυτοδίκαιου περισσότερο ακόμη κι από ένα αστρονομικό γεγονός ή μια εποχιακή εκδήλωση της Φύσης. Άλλωστε όλα τα φυσικά φαινόμενα υποσκελίστηκαν από την αύρα της δογματικής απόφανσης και εξ ου η θρησκευτική διαγωγή των πληθών έως την επεισοδιακή αυγή της τρίτης χιλιετηρίδας υπήρξε ασφυκτική εντός μιας αποστεωμένης σύλληψης του θεϊκού.
Δεν ήταν παρά το αποτύπωμα της συνειδητότητας που αναστοχαστικά έφτανε μέχρι την κρεμάλα της λέξης. Η θηλιά της κρεμάλας, όμως, σήμερα παραμένει κενή ως μια διαφορετική της ανάγνωση –δεν είναι η κατάληξη που επισημαίνει το θάνατο στην ελεύθερη βούληση αλλά το ενδιάμεσο λάσο που στο εξής μέλλει να της δώσει ξανά τις πλούσιες θεουργικές δυνατότητες που για τόσους αιώνες στερήθηκε.
Βρισκόμαστε λοιπόν πάλι σε ένα αόριστο μεταίχμιο, όπου οι μεταλλαξιακές δραστηριότητες ζυμώνονται σταδιακά και με μια ημιτελή ή μη-συνεκτική ακόμη τροπή ώστε να μπορούμε να συλλάβουμε επαρκώς τα χαρακτηριστικά της νέας εποχής που καθιερώνεται. Το μόνο σίγουρο είναι ότι βρισκόμαστε στο ξέσπασμα μιας νέας θεουργικής επανάστασης, της τρίτης, η οποία έρχεται ως συνέπεια της αναδυόμενης πρισματικής συνειδητότητας. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτής της συνείδησης; Λόγω όλων των τεχνογνωσιακών εφαρμογών και της φρενιτιώδους εξέλιξης των μέσων, όπως είναι το Διαδίκτυο, η συνειδητότητα έχει αντιπαρέλθει την λογοκρατία, την εμμονή δηλαδή με το φετίχ της λέξης, του ορισμού, της επωνυμίας ή της ταυτότητας των πραγμάτων και των προσώπων. Εκείνο που συμβαίνει αντ’ αυτού είναι μια θαρρείς αισθητηριακή απόλαυση των πληροφοριακών δεδομένων, δίχως να επιβάλλονται τα στατικά σημεία αναφοράς που εκφέρουν αυτά –δεν είναι πλέον η στατική σήμανση της πληροφορίας που μας ενδιαφέρει· εκείνο που μας συνεπαίρνει είναι η διάχυση που προκαλεί η ταχύτητα των δεδομένων, το μετείκασμα των μορφών που αναπλάθεται στην αργαλειό του φαντασιακού, αναπαράγοντας οπτασίες που αποτυπώνουν εκείνο που ο ενταλματικός λόγος του εξωκοσμικού Θεού αποβάλλει ως «αιρετικά μιάσματα». Ούτε λόγος να γίνεται για αίρεση, εντούτοις, εντός ενός πεδίου που, στον αναδιπλασιασμό των αποκαλύψεων και των απομυθοποιήσεων, έχει καθαιρέσει ολοσχερώς την επιστημονική σαφήνεια του θρησκευτικού πρότυπου. Μπορεί η τεράστια πλειονότητα των πληθών να βολοδέρνει ακόμη πίσω από εντελώς παρωχημένα θρησκευτικά στεγανά, που στον πληροφοριακό όλεθρο που τα αλέθει όλα, δεν έχουν όμως καμία ελπίδα σωτηρίας για το μέλλον που έρχεται.
Η τρίτη θεουργική επανάσταση έρχεται σήμερα για να καθιερώσει την φαντασιακή αυθαιρεσία στον τρόπο που συλλαμβάνουμε την ολοτροπική φανέρωση του θεϊκού και τη σύνολη βέλτιστη δυναμική που συνεπάγεται μια τέτοια υπαρξιακή ώση. Όπως ακριβώς οι ιδεολογίες έχουν θρυμματιστεί στο χωνευτήρι των αναθεωρήσεων και έχουν αφήσει το υποκείμενο ελεύθερο να εκφέρει νέες τυπολογίες αξιών, στην θρησκευτική συνείδηση συμβαίνει το ίδιο πράγμα: καταλύεται κάθε δογματική παγίωση στον τρόπο που εκπτύσσεται η πνευματική ανάταση, αφήνοντας το ελεύθερο όχι μόνο στις νέες υβριδικές/αιρετικές προσμίξεις θεουργικών επιτελέσεων αλλά και για την ανάδυση παντελώς ριζοσπαστικών εφαρμογών. Στην εποχή που οι προφάσεις του λόγου γίνονται έκθετες για το ιδιοτελή τους χαρακτήρα, είναι φυσικό να καταδύεται ένας ολόκληρος πολιτισμός καθιερωμένων αρχών που δήθεν θεσμοθετήθηκαν εξ αποκαλύψεως. Καθώς γνωρίζουμε πλέον τον σχεσιακό χαρακτήρα της αναπαραγωγής των ιδεών και των υποστάσεων, δεν μπορεί να υπάρξει το οποιοδήποτε πρότυπο θεουργικής λατρείας, διότι τώρα αναγνωρίζουμε ότι η λατρεία δεν αποτείνεται σε κάποια ηγεμονική απόληξη αλλά στον απροσδιόριστο οντολογικό πυθμένα του απείρου· επιπλέον, ότι ο δρόμος προς τα εκεί στραφταλίζει με τις πολυειδείς αντανακλάσεις της πρισματικής συνειδητότητας –η παγγνωσία έχει πλέον ως ορισμό της τον κανόνα της παιγνιώδους αναίρεσης…
Αυτό είναι το τοπίο που διαμορφώνεται στον 21ο αιώνα και εντεύθεν: κατακερματισμός των θρησκευτικών άρκτων σε ένα σμήνος αιρετικών ομαδοποιήσεων που επανανακαλύπτουν τις φαντασιακές αρχές της θεουργίας μέσα από την αυτοσχέδια πνευματική ανάπτυξη του υποκειμένου, ριζικώς. Μολονότι, αυτό το τοπίο αφορά μόνο τα πιο εκσυγχρονισμένα κέντρα του πλανήτη, είναι ευνόητο ότι στα επόμενα χρόνια θα πλήξει και τα πιο παραδοσιακά φρούρια, όπως είναι αυτά της εγγύτερης Ανατολής, που συντηρούν ακόμη την επανάσταση μιας όψιμης εποχής, που έχει για τα καλά πια πολυκαιρίσει.
Για να καταλάβει κανείς το τι ακριβώς συμβαίνει, θα κάνουμε μια συγκεκριμένη αναφορά στην βραζιλιάνικη δοξασία Santo Daime, της οποίας καταβολές βρίσκουμε στον Ρωμαιοκαθολικισμό, με μια πρωτοφανής «στρέβλωση» στην συντήρησή του. Το θεουργικό ρεύμα που καλλιεργείται στους κόλπους αυτής της λατρείας έχει ως πρώτιστη αρχή τη λήψη μιας ουσίας, που συναντάμε συχνά στις αρχαϊκές λατρείες της πρώτης θεουργικής επανάστασης: τη διμεθυλοτρυπταμίνη (DMT). Η λατρεία έχει λοιπόν ως πρώτιστο γνώμονα το σπλαχνικό βίωμα της έκστασης, το οποίο «ενδύεται» με τις ιουδαιοχριστιανικές παραστάσεις που εδραίωσε η παρωχημένη δεύτερη θεουργική επανάσταση. Ενώ εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι η αίρεση αυτή έχει έναν καθαρά αναχρονιστικό χαρακτήρα, προς το ρωμαιοκαθολικό παρελθόν, το βίωμα που αποκομίζει κανείς μέσα από τον μυσταγωγικό κύκλο είναι κάθε άλλο παρά χριστιανικό, έτσι όπως έχει καθιερώσει την έννοια η γραμματεία των περασμένων αιώνων. Μπορεί να ξεκινάει με την πρόφαση του χριστιανικού, όμως γρήγορα το ίδιο το εκστατικό βίωμα αποκαλύπτει ότι αν όντως είναι «χριστιανικό» θα πρέπει να είναι έτσι επειδή αναδύεται μια άγνωστη πρωτογενής του μορφή, που δεν έχει καμία σχέση με τις υστερόχρονες βαρβαρότητες του κυρίαρχου εκκλησιαστικού δόγματος. Ή, διαφορετικά, το εκστατικό βίωμα γδύνει κάθε τέτοια χριστιανική πρόφαση, που στην ουσία αποκρύπτει τη συγκρητική μίξη παράταιρων θεουργικών τυπολογιών, όπως της αφρικανικής Σαντέρια και του ινδιάνικου Σαμανισμού, με εξωφρενικό πυρήνα τον Ιησού Χριστό, καθαιρώντας έτσι κάθε έννοια του «χριστιανικού»…
Είναι ενδιαφέρον να δούμε ποιος είναι αυτός ο συγκεκριμένος Ιησούς Χριστός της Santo Daime, διότι απεικονίζει ακριβώς σε ποιο βαθμό έχει μεταλλαχθεί η συνειδητότητά μας και άρα η οποιαδήποτε θεολογική ή θεουργική επιτέλεση αυτής. Έχουμε συνηθίσει για πολλούς αιώνες τώρα να απεικονίζουμε τον Σωτήρα ως έναν συγκεκριμένο ήρωα, μιας συγκεκριμένης γεωγραφίας, εξανιστάμενος σε μια συγκεκριμένη πατριαρχική παράδοση. Αυτός ο συγκεκριμένος Σωτήρας, δήθεν ένα ιστορικό πρόσωπο που συνυπάρχει στην ίδια γραμμή αφήγησης με τον Winston Churchill και τον Ανδρέα Παπανδρέου, παρότι είναι ο ολοτροπικός δείκτης της κάθε ψυχής, διαφυλάσσεται ως σήμερα σαν η απόλυτη ιστορική αρχή, το πρόσωπο εκείνο που με την αυθαιρεσία του επισήμανε την ιστορική μάζωξη προς την Σωτηρία –δεν έκανε άλλο όμως από το να γίνει το σήμα-κατατεθέν της δεύτερης θεουργικής επανάστασης και της εδραιωμένης της επικράτειας που τώρα πια καταδύεται. 
Σήμερα βλέπουμε με ενδιαφέρον αυτό το ρεύμα εμπειρικής χριστολογίας στους κόλπους της Santo Daime. Η εξύμνηση του Σωτήρα, όμως, πάνω στην παράφορη εναντιοδρομία της έκστασης και τη γκροτέσκα ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι τελετουργικοί εμετοί συμβαίνει να τον εκθέτει με έναν τρόπο που δεν επιβοηθεί ιδιαιτέρως το έργο συντήρησης του Χριστιανισμού. Κατά τη διάρκεια της θείας επιφοίτησης που αναντιρρήτως συμβαίνει εκείνες τις μυστήριες ώρες της τελετής με το “Daime” (το τρυπταμινουχο αφέψημα), ως εκ φυσικού εκδηλώνεται το πρισματικό ασυνείδητο και οι συνακόλουθες πολύπλευρες ερμηνείες των πραγμάτων. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αντίφαση από το μονολογικό δογματικό σύμβολο ενός περασμένου Αιώνα, με αυτό που συμβαίνει στην ίδια την συνείδηση, αυταπόδεικτα εκείνη τη στιγμή! Αν κάτι αξιομνημόνευτο συμβαίνει σε εκείνη τη οξυκόρυφη φάση της έκστασης είναι το πώς κατακρημνίζεται το Εγώ του καθενός σε άμεση συστοίχιση με το ίδιο το θέατρο σκιών που επέβαλλε την απόλυτη κατίσχυση ενός συγκεκριμένου Εβραίου Σωτήρα. Μαζί με τις ψευδαισθήσεις του υποκειμένου, διασύρεται και η δογματική συνείδηση της χριστολογίας, που αρέσκεται να εξεικονίζει το θεϊκό αποκλειστικά και μόνο δια μιας φαντασιακής επιτέλεσης…
Εν κατακλείδι, ένα πράγμα συμβαίνει μακροπρόθεσμα μέσα από τις τελετές της Santo Daime, οι οποίες πλέον έχουν απλωθεί σε όλη την υφήλιο. Εκτός από την συντήρηση κάποιων ιουδαιοχριστιανικών γνωρισμάτων, διατελείται η υβριδική τους πρόσμιξη με ετερογενείς παραδόσεις, πλούσιου παγανιστικού κλήρου, που συναντάει τώρα ανά τον κόσμο και εξαιτίας των οποίων αναμένεται να καθαιρεθεί το ίδιο το επίκεντρο της χριστιανικής αφήγησης: ο Σωτήρας ως ιστορικό πρόσωπο και η «καθαρόαιμη» λατρεία Του. Δεν υπάρχει ίχνος «καθαρού αίματος» στη λατρεία αυτή, αν αναλογιστούμε τις φυγόκεντρες γητεύσεις που κάνει το φαντασιακό ασυνείδητο, κατά τη διάρκεια της εμπειρίας, προς αρχαίες θεότητες και στοιχειακές οντότητες της Μητέρας Φύσης. Αν κάποιος πρέπει οπωσδήποτε να διασωθεί μέσα από αυτόν τον τερπνό χαλασμό της έκστασης, αυτός είναι ο αρχέτυπος πατρόνας της, στον οποίο άλλωστε βασίζεται στρεβλωτικά η χριστιανική εικονοποιία: Είναι ο Ζαγρεύς, ο Διόνυσος, ο Πανθηρολάτρης, ο Ταυρομέτωπος…
Βλέπουμε λοιπόν στην εκδήλωση του θεουργικό ρεύματος της Santo Daime ό,τι πιο περιεκτικό της σύγχρονης θεουργικής επανάστασης. Ο Ιησούς Χριστός εν ριπή ιριδίζοντος οφθαλμού απεκδύεται την ιστορική του αναγκαιότητα και τα αυτοκρατορικά του φρονήματα που με κέλευσμα ολοκληρωτισμού αντιμάχονται το μωσαϊκό των αυθόρμητων παγανιστικών λιτανειών και ευθύς αμέσως γίνεται ο θεός ο τρομερός, της έκστασης ο διθύραμβος, ο Διγενής, ο Άγριος, ο Αμπελουργός. Και ξαφνικά οι θαμώνες συνέρχονται μπροστά στο αυταπόδεικτο τεκμήριο: το «Daime» δεν είναι παρά το αίμα εκείνου του θεού· το Banisteriopsis Caapi του Αμαζονίου, δεν είναι παρά η αγαστή άμπελος· η τελετή πόσης δεν είναι παρά ο σπαραγμός του Εγώ από τους Τιτάνες του ασυνειδήτου και η δεύτερη γέννηση στο πεδίο της απόλυτης εκείνης φαντασιακής ελευθερίας που αντίκειται κάθε δογματική υπαγωγή.
Εάν ο Διόνυσος κάποτε έφερε την εκσυγχρονιστική λατρεία από την Ανατολή, φερόμενος την άμπελο από τις εκτάσεις της ινδικής χερσονήσου, σήμερα ο ίδιος ο Διόνυσος έρχεται από δυσμάς, φερόμενος την άμπελο της νέας χιλιετηρίδας με την οποία θα θεσμίσει τα τεκταινόμενα της πρισματικής πανθρησκείας.

Κάπως έτσι ίσως θα γίνει στο μέλλον αντικείμενο αφήγησης ένα από τα πιο εμβληματικά περιστατικά που εξεικονίζουν το σήμαντρο της τρίτης θεουργικής επανάστασης…  
              

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΙΔΩΜΕΝ





Το πρόσωπο αυτό πρέπει να το αναγνωρίσεις, να στραφείς σε αυτό και να υποκλιθείς στη συμβολική επιτομή εκείνου που σπαρακτικά υπενθυμίζει: τη μοίρα μιας ολόκληρης γενιάς στο πέρας της Οικουμένης. Φυγάδες, πρόσφυγες, άνθρωποι της διηνεκούς μετάβασης σε μια γη ρευστή, αφιλόξενη για ρίζες∙ καιρός μονίμως αποδημητικός, που ευνοεί τις αλαφιασμένες φτερούγες. Δεν υπάρχει φωλιά θαλερή για να ακμάσεις στη γωνία μιας σταθερής ιδέας, ούτε ενδιαίτημα αποκλειστικό που θα εξασφαλίσει την επιβίωση της σημαίας∙ το μόνο που βλέπει κανείς είναι σημάνσεις με δηλητηριώδη βέλη, που μετακινούν πληθυσμούς από ιδέα σε ιδέα, από σύμβολο σε σύμβολο. Πουθενά δεν υπάρχει θαλπωρή, η μονιμότητα η ηχώ μιας μαχαιριάς στα σπλάχνα, διαβρωμένη έννοια που εμπαίζει την πελαγοδρόμηση από ύφαλο σε ύφαλο, από αγυρτεία σε αγυρτεία. Διότι οι ροές έχουν αφηνιάσει∙ επειδή όλες οι θέσεις είναι χρονοβόρες, παγίδες ενεργοβόρες –ποιος είναι πρόθυμος για μια τέτοια μάταιη ταλαιπωρία στην αμετάκλητη περιστροφή της αναίρεσης, της αυταπάτης; Οι θέσεις έχουν βομβαρδιστεί, κάποια αδίστακτη θύελλα συγκρούεται με τους προαιώνιους ναούς των ομφάλιων λώρων. Οι καμπάνες έπαψαν, άλλωστε, να χτυπούν∙ ακόμη και τώρα σιγή, μόνο ο δαρμός της μοιραίας ορμής του χρόνου, που με το χείμαρρο των αιώνων πέφτει βαρύς στις πλάτες μας, αυτό είναι το προσφυγικό μας φορτίο. Η συγκομιδή δεν μπορεί πλέον να είναι εφικτή, πρέπει να τρέξουμε αδελφέ∙ νομάδες, ναυαγοί στο βούρκο της νύχτας, μετά από χειραψία με το πρόστυχο χέρι του καιροσκόπου, χάνουμε ό,τι πιο οικείο στην άβυσσο του διάκενου πελάγους. Τρέχουμε να σωθούμε από την πτώση του αδιαφιλονίκητου Ιδίου και τον στυγερό εφιάλτη, όλα αυτά τα παγερά συντρίμμια, εκεί που άλλοτε βιώναμε τη θαλπωρή του σαφώς νοητού, εκεί που άλλοτε στηρίζαμε τον κορμό της ταυτότητας ως το απρόσβλητο δικαωματικό δένδρο της ζωής –τώρα πια δεν έχουμε καρπούς, η έγνοια μας είναι στη μετάβαση, στο πως θα διασωθούμε από το καχύποπτο βλέμμα εκείνου που από τις αυθαίρετες ενέδρες του Νόμου μας ορίζει ως εισβολέα. Πατρίδα μας το «transit». Όλη η ενέργειά μας καταναλώνεται στην πειθολογία του πώς θα περάσει η σπλαχνική ορμή της δικαιωματικής φυγής από τα συρματοπλέγματα της εθελοτυφλούσας ξενοφοβίας. Στεκόμαστε αποκαρδιωμένοι μπρος στη φραγή των ροών και στα σύνορα κατασκηνώνουμε ως διαμαρτυρία, γινόμαστε οι οριακές περιπτώσεις, οι αδέσποτες σφαίρες που φέρνουν το έμφραγμα στην ταξινομία των εννοιών, παρίες της καταδυόμενης ιδιοκτησίας.
Αφήστε μας να ξεχυθούμε, θηρευτές του ορίζοντα είμαστε, την ετεροτοπία αναζητούμε, τον τόπο μιας χώρας εν κινήσει όπου όλα περιδινούνται διαρκώς προτού προλάβεις να τα ταυτοποιήσεις, μια χώρα που θα μας καταδεχτεί ως τους νέους πατριώτες, ως το νέο ορισμό του πρότυπου, οι άπειρες μαρκίζες του προσώπου. Άνθρωποι που οδοιπορούν έξωθεν των διαταγμάτων, που καταπατούν τους βουκολικούς αγρούς και δεν καταλαβαίνουν τη σημασία της διαφοράς, επειδή οι ίδιοι αποτελούν το ρήγμα της ετερότητας, το διάκενο που εγείρει την αμφιθυμία. Η ροή είναι ροή, είναι το φυσικό εκχύλισμα της λαθραίας λαβωματιάς που μας εξώθησε στη διάνοιξη των δρόμων∙ δεν μπορείς ν’ αρνηθείς το αίμα να αντικρύσεις, δεν μπορείς το τραύμα να παραγνωρίσεις. Ό,τι τρέχει, τρέχει για καλό, είναι ό,τι πιο φυσικό –μην πας την αιμορραγία να σταματήσεις με συρμάτινα ράμματα και νέους δριμύτερους τοίχους. Άφησε τον κόσμο να κοχλάσει, την πολυμιγή ετερότητα να μαγειρέψει.
Η ενόρμηση για συνεχή φυγή είναι αμετάκλητη δίψα, είναι ο ειρμός της δικαιοσύνης∙ κι όμως, μελανιασμένα πλήθη αποτελούμε, εκκρεμούμε απελπισμένοι καθώς τα σύνορα δεν ανοίγουν, καθώς τα ιδεολογικά τείχη χτίζονται πάλι από την αρχή ως έρμαια απόβλητα του παρελθόντος. Όμως η αριθμητική μας απειλή ξεχειλίζει καθώς το «ίδωμεν» γίνεται ο όρος της αλήθειας, καθώς οι δυνητικές τάσεις και η πληθώρα των πιθανοτήτων καταποντίζουν τις νήσους των πάγιων μορφών, σαν κοραλλιογενείς ύφαλοι που στην καταβύθισή τους αφήνουν το μετείκασμα του οριστικά αφανισμένου τόπου εν γένει.
Δεν ξέρω ποιος είμαι, δεν ξέρω τι κάνω, σε ποιον θεό πιστεύω και ποια αξία εξωθεί το βήμα μου. Μόνο να φύγω νιώθω, να σωθώ από την αλληλουχία του εγκέλαδου που γκρεμίζει τα μνημεία της ψευδαίσθησης, της ερμηνείας που επιστέγαζε φρονήματα της ύπνωσης και του υποβαλλόμενου εφιάλτη, να σωθώ από την ανυπαρξία του εκάστοτε τόπου! Καλύτερα να διασύρω τον εφιάλτη με την ουρά της σκόνης, με οδοιπορικό φυγής δίχως προορισμό και με σταθμούς που επισημαίνουν τη ματαιότητά της. Καλύτερα ο εφιάλτης να γίνει μετείκασμα υπαινισσόμενης ελπίδας από την πεισμονή της φυγής, έστω και ως παράκαμψη του πνεύματος, ως απλή εικασία που με απεργία πείνας επιμένει –κι ας μας καταπιεί το πέλαγος∙ κι ας μας τσούξουν την καρδιά οι φύλακες των νοητών συνόρων. Ας είναι να πεθάνω σπαταλημένος στα χαρακώματα της ετεροφοβίας, ως «γύφτος», ως «παρίας», ως «καρικατούρα» του άλλου τόπου. Θα είναι καλύτερα από το να αφεθώ να με καταπιεί η βαριά ενοχή για το ό,τι μείναμε υπήκοοι του θανάτου, στον απολιθωμένο τόπο της δρέψης του Χάρου, εκεί στα μνήματα ενός αφελούς αξιακού παρελθόντος.
Επιμένουμε στην κρούση μας με εμμονή που στιγματίζει τις πολιτικές, θρησκευτικές και ιδεολογικές ρυτίδες του Τόπου. Παραμένουμε εκεί, στα σύνορα, σα ζητιάνοι απολαβής έστω του δικαιώματος για μια ατέρμονη ανίχνευση, μέχρις ότου καταποντιστεί του ιδεοκρατικού τόπου η τυραννία…